Κυριακή, 11 Δεκεμβρίου 2011

Αν....

Αν βρούμε τη φλέβα που φτάνει στην καρδιά του κόσμου, αν μάθουμε να χαμογελάμε αντίκρυ σ’ όποιο άδικο σε όποιο κακό, αν σκεφτούμε το πώς σ’ ένα πυκνό σκοτάδι, αν βρούμε τη δύναμη να σφίξουμε το χέρι του εχθρού μας, αν έρθουμε ο ένας πιο κοντά στον άλλο, αν μαζέψουμε γύρω μας χιλιόμετρα αγάπης, αν σε κάθε βλέμμα μας βγάζουμε τα συρματοπλέγματα της καχυποψίας, αν η ανάσα μας γίνει τζάκι για να ζεστάνουμε τις παγωμένες στιγμές.
Αν μάθουμε ν’ ακούμε και να βλέπουμε τα πράγματα γύρω μας όπως είναι, αν βρούμε τα λόγια της συγνώμης, αν στόχος μας δεν είναι να ξεχωρίσουμε από τον κόσμο, αν όπως λέει κι ο ποιητής, «εμείς τραγουδάμε για να ενώσουμε τον κόσμο», αν όλο το κόκκινο στις μέρες μας το βάψουμε με λευκές χαρές.
Τα δέντρα, οι πέτρες, τα πρόσωπα κι οι καρδιές θα βρουν το δρόμο τους στο δίκιο.
Η σιωπή θα γίνει τραγούδι.
Οι ορφανές ελιές θα στήσουνε χορό με μάνα τη γη και πατέρα τον ήλιο.
Θα υπάρχει νερό να ξεδιψάσει όλη τη γη.
Κανείς δεν θα πεινάει, κανείς δεν θα σκοτώνεται.
Τα σπίτια δεν θα τα ποτίζουν δάκρυα αλμυρά, Στα πορτοπαράθυρά τους δε θα μπαινοβγαίνει ο θάνατος.
Το κατάρτι του φεγγαριού δεν θα σπάσει ξανά.
Το ψωμί δεν θα σωθεί ποτέ.
Κι όλοι θα γεμίζουνε τα «κανόνια» της καρδιάς μας, με βόλια αγάπης.
Θα χαμογελάνε, η αλήθεια θα φοράει τα καλά της, η λευτεριά δεν θα’ ναι ιδέα!
Κανείς δεν θα μπορεί να μας πάρει τίποτα.
Θα πιστεύουμε ο ένας τον άλλο.
Άστρα θα κοιμούνται στην αγκαλιά μας!
Θα ποτίζουμε στο κήπο της ευτυχίας μας πουλιά!
Θα φιλάμε το όνειρό μας στο στόμα!
Θα φέρνουμε ζεστασιά στις παγωμένες καρδιές!
Θα’ ναι όλα αλήθεια, ο κόσμος θα γίνει μια αγκαλιά».
Ο καιρός θα περνάει ήρεμα και γαλήνια,
τα όνειρά μου, θα’ ναι όνειρά σου,
η ζωή μου, δικιά σου,
η ζωή σου, δικιά μου,
θα μας χαϊδεύουν τα μαλλιά τ’ άστρα τα χρυσά
το αγέρι θα μας φιλάει το χέρι.
Δεν θα’ ναι χάρτινο το φεγγαράκι.
Ψεύτικη η ακρογιαλιά.
… κι εσύ φιλαράκι μου που με διαβάζεις, θα με πίστευες λιγάκι, κι όλα θα’ ήτανε αληθινά.

Αννα Μπιθικώτση

Τόλμη και ατολμία

Τολμήσαμε άραγε στη ζωή μας να κάνουμε όσα η ψυχή μα ήθελε;
Σε πόσους ανθρώπους δεν πήγε η ζωή τους χαμένη γιατί δεν άκουσαν μέσα τους αυτή τη φωνή που τους έλεγε «Τόλμα».
Εχουμε ειλικρινά εξομολογηθεί στον εαυτό μας όσα δεν τολμήσαμε να ζήσουμε;
Πόσοι από εμάς κρύβουμε βαθιά μας ένα τρομοκρατημένο παιδί, φουντωμένες ανεκλήρωτες λαχτάρες, πυρπολημένα όνειρα;
Πόσοι οι αξιαγάπητοι δειλοί και πόσοι οι τολμηροί; Αν πάλι παραδεχτούμε ότι είναι αδύναμοι όσοι δεν ρισκάρισαν τότε δεν θα γνωρίζουμε καλά ότι πολλές φορές δεν ρισκάρουν οι ευαίσθητοι, οι μεγαλόψυχοι, οι χαμηλών τόνων άνθρωποι, αυτοί που έβαζαν τελευταίο τον εαυτό τους σε κάθε μεγάλη απόφαση.
Πόσοι πάλι απελπισμένα δεν έχουν παλαίψει φοβίες, χίμαιρες, καταστάσεις κεκλεισμένων των θυρών, εκμεταλλευτές, .. και μεγάλωσαν «συνθηκολογώντας». Κι πόσοι τραγικοί φιλόδοξοι δεν εκμεταλλεύτηκαν αυτή τη δειλία πυρπολόντας τους.
Υπάρχουν άνθρωποι που μένουν συνεπείς με τις δικές τους αντιλήψεις για τη ζωή, γι’ αυτό δεν ντρέπονται να παραδεχτούν την τρυφερή και ανθρώπινη ατολμία τους μπρος σε ζωτικά θέματα και να δείχνουν δίχως εγωισμό τα σημάδια που άφησε πάνω τους η λάσπη που κυλίστηκαν τα όνειρά τους και η ψυχή τους.
Υπάρχουν ελεύθερα άτομα και άτομα σκλαβωμένα σε κοινωνικά περιβάλλοντα σε δραματικές οικογενειακές καταστάσεις, σηκώνοντας σ’ όλη τους τη ζωή σαν τον σάλιαγκα όλο το φορτίο του πόνου και της αδικίας.
Η στέρηση της αληθινής ζωής γι’ αυτούς τους ανθρώπους είναι μια δίψα που δεν θα σβήσει ποτέ ως την τελευταία τους πνοή, γιατί μεγαλώνουν μαζί με τον φόβο και την ατολμία τους, μαζί με την καλή τους καρδιά και τις ευαισθησίες τους.
Κι αυτός ο φόβος ζει βαθιά μες τις φλέβες τους, και τις ρίζες του εγκεφάλου τους και τους εξουσιάζει τις πράξεις, τα όνειρα, τα λόγια που θα ήθελαν να πουν για να ξαλαφρώσουν.
Εγώ κάτι τέτοιες ψυχές τις πονώ και τις αγαπώ.

Αννα Μπιθικώτση

Σ΄αγαπώ σαν τις παλιές τις ζωγραφιές μου-ΑΝΝΑ BITHIKOTSI